11 παροιμιώδεις φράσεις και λέξεις που γέννησε η Ιστορία…

 

Παροιμία και παροιμιώδης φράση…

Δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακρίνει κανείς την διαφορά ανάμεσα σε μία παροιμία και σε μία παροιμιώδη φράση. Τις περισσότερες βέβαια φορές μία παροιμία εκφράζει, (μέσα από μια μεταφορά ή αλληγορία...) μία γενική αλήθεια, την συμπύκνωση μιας μακρόχρονης εμπειρίας ή απλώς μία παρότρυνση, μία διδαχή. Από την άλλη, η παροιμιώδης έκφραση συνήθως εκφέρεται για να χαρακτηρίσουμε κάποιον, να διατυπώσουμε μία επιγραμματική άποψη για πρόσωπα και πράγματα. Η φράση για παράδειγμα, «Όποιος αγάλια περπατεί πολύ μακριά πηγαίνει», είναι εμφανέστατα μια παροιμία (και με πολύ καθαρό νόημα…), ενώ η φράση, «αυτός αγωνίστηκε για [ένα πουκάμισο αδειανό]…», μετατρέπει σε παροιμιώδη έναν στίχο τού Σεφέρη και χαρακτηρίζει κάποιον που παλεύει και ξοδεύεται για κάτι το ασήμαντο, κάτι που η σπουδαιότητά του δεν δικαιολογεί έναν μεγάλο αγώνα. Φυσικά υπάρχουν και παροιμιώδεις λέξεις, κυρίως από την λογοτεχνία και ιδιαίτερα από ονόματα χαρακτήρων – «αυτός είναι ένας Γιάννης Αγιάννης«, «αδέκαστος εισαγγελέας, σκέτος Ιαβέρης«, για να πάρουμε παραδείγματα μόνο από τον Βίκτωρα Ουγκώ. Αντίθετα ο στίχος τού Ουράνη «…αν είναι νάρθει θε ναρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει…», έγινε οπωσδήποτε παροιμιώδης, αλλά άνετα μπορεί να λειτουργήσει και σαν παροιμία…

Η αλήθεια είναι πως οι λαογραφικές μελέτες στην Ελλάδα δεν είναι και πάρα πολλές και ορισμένες φορές δεν είναι και τεκμηριωμένες. Αυτό οφείλεται αφενός στο μειωμένο ενδιαφέρον τών αναγνωστών, και αφετέρου στο ότι, τις περισσότερες φορές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τον θρύλο από την αλήθεια και τον μύθο από την ιστορία. Η γνωστότερη καταγραφή παροιμιωδών λέξεων και φράσεων είναι εκείνη τού Τάκη Νατσούλη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σμυρνιωτάκη και από αυτό το βιβλίο θα αντλήσουμε κι εμείς σήμερα πληροφορίες για να δώσουμε μία πρώτη ερμηνεία για την καταγωγή κάποιων φράσεων που χρησιμοποιούμε στην καθομιλουμένη, χωρίς να γνωρίζουμε πάντοτε τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν.

 

Πριν ξεκινήσουμε, δύο μόνο διευκρινήσεις…

 

Δυστυχώς στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο τού Τάκη Νατσούλη δείχνει εξαντλημένο από τον εκδότη…

 

Το πρώτο είναι ότι, (όπως είπαμε και παραπάνω), η εργασία του Νατσούλη, αν και αξιοθαύμαστη για την  εποχή της, δεν διεκδικεί φιλολογικές και επιστημονικές δάφνες. Λείπουν πολλές πηγές για τεκμηρίωση, άλλοτε πάλι ο συγγραφέας προχωρά σε συμπεράσματα κάπως αυθαίρετα και σε πολλές περιπτώσεις ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι χρησιμοποιεί την κοινή λογική ή τέλος πάντων, εκείνο που στην εποχή του θεωρούνταν κοινή λογική, για να συμπληρώσει τα κενά τής έρευνας. Με αυτή την έννοια, οι σημερινές ερμηνείες που θα διαβάσετε δεν είναι απαραίτητα αυθεντικές ή αληθινές και σε κάθε περίπτωση μπορούν και να κριθούν και να ανατραπούν. Ακόμη όμως και έτσι, η ερμηνεία τού Νατσούλη έχει μια  αξία, καθώς αντανακλά θρύλους και παραδόσεις ή ακόμη και μυθεύματα που επιβίωσαν για δεκάδες χρόνια μέσα στον απλό κόσμο.

Το δεύτερο είναι ότι, από όλα τα λήμματα στο βιβλίο τού Νατσούλη επιλέξαμε γι αυτό το άρθρο εκείνα που υποτίθεται προέρχονται από μικρά ιστορικά γεγονότα ή πρόσωπα, θα ήταν πρακτικά αδύνατον να τα συμπεριλάβουμε όλα. Σε επόμενα άρθρα μας θα παρουσιάσουμε παροιμιώδεις φράσεις που προέρχονται από την λογοτεχνία, εκεί μάλιστα δεν υπάρχουν περιθώρια αμφισβήτησης για την καταγωγή τους, καθώς τα γραπτά μένουν και είναι σίγουρη η πηγή και η προέλευσή τους.

Με αυτές λοιπόν τις επιφυλάξεις και όσο πιο χαλαρά γίνεται, ας θυμηθούμε μέσα από το βιβλίο τού Τάκη Νατσούλη κάποιες χαρακτηριστικές φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιούμε πολύ τακτικά στην καθημερινή μας επικοινωνία…

 

«Μαύρο και δαγκωτό», «Μαύρο στον Μαυρογυαλούρο…»

 

 

«Μαύρο… μαύρο και δαγκωτό…», λέει ο Πανάγος στον Μαυρογυαλούρο, στην πασίγνωστη και αξέχαστη τανία τού Αλέκου Σακελάριου «Υπάρχει και φιλότιμο». Η ταινία έχει γυριστεί το 1965 και το «μαύρισμα» των υποψηφίων έχει σταματήσει από το 1914, αλλά τις συγκεκριμένες εκφράσεις τις χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα.

Μετά την απελευθέρωση το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ήσαν αναλφάβητοι και παρόλο που έγιναν κάποιες πρώτες προσπάθειες να καθιερωθεί το χάρτινο ψηφοδέλτιο στις εκλογές, γρήγορα εγκαταλείφθηκε και την θέση του πήρε το σφαιρίδιο, μία μικρή σφαίρα δηλαδή, (άσπρη ή μαύρη), που ο ψηφοφόρος έπρεπε να ρίξει μέσα στην κάλπη. Αυτή κίνηση μπορεί σήμερα να φαίνεται περίεργη, αλλά στην πραγματικότητα μείωνε τις πιθανότητες ο αγράμματος να ξεγελαστεί και να ψηφίσει εντελώς αντίθετα από εκείνο που ήθελε. Οι κάλπες τώρα εκείνη την εποχή, ήσαν μεγάλα ορθογώνια μεταλλικά κουτιά χωρισμένα σε δύο μέρη – αριστερά η μαύρη περιοχή, δεξιά η άσπρη. Στο στόμιο τής κάλπης υπήρχε ένας σωλήνας – ο ψηφοφόρος έβαζε μέσα το χέρι κρατώντας το σφαιρίδιο και αμέσως μετά το έσπρωχνε είτε στην μαύρη είτε στην άσπρη περιοχή για να εκδηλώσει την προτίμησή του. Οι πιο φανατικοί μάλιστα, πριν ρίξουν το σφαιρίδιο το δάγκωναν με μανία για να δηλώσουν με έμφαση την εύνοια ή την δυσαρέσκεια προς τον υποψήφιο.

Εάν σκεφθείτε ότι υπήρχε κάλπη για κάθε υποψήφιο ξεχωριστά και ότι ο ψηφοφόρος έπρεπε να επαναλάβει την διαδικασία για κάθε μία από αυτές, αντιλαμβάνεστε ότι αυτή η μέθοδος δεν έπαιρνε και βραβείο ταχύτητας και αποτελεσματικότητας. Παρόλο που το χάρτινο ψηφοδέλτιο επανήλθε στις δημοτικές εκλογές τού 1914 οριστικά και αμετάκλητα, οι φράσεις έμειναν και απ’ ότι φαίνεται θα χαρακτηρίζουν για πολλά χρόνια ακόμη την συντριπτική ήττα στις εκλογές…

Ενδιαφέρον είναι ότι παροιμιώδες στην νεότερη Ελλάδα έχει γίνει και το όνομα Μαυρογυαλούρος και μάλιστα τελευταία χρησιμοποιείται κατά κόρον για να χαρακτηρίσει κάποιος την πολιτική αφέλεια ή ανικανότητα των πολιτικών του αντιπάλων…

 

«Και ο μήνας έχει εννιά…»

 

 

Ο Τάκης Νατσούλης εδώ δίνει δύο εκδοχές, η πρώτη βέβαια είναι περισσότερο λογικοφανής, αλλά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία…

Στα πρώτα χρόνια τού Ελληνικού κράτους οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά μέρες και όχι κάθε δεκαπέντε ή κάθε μήνα όπως έχει καθιερωθεί σήμερα. Δεν ξέρω εάν είναι σωστό το «κάθε εννιά μέρες» που αναφέρει ο Νατσούλης ή το «στις εννιά τού κάθε μήνα» που αναφέρει η εκπομπή «Η μηχανή τού χρόνου». Σε κάθε περίπτωση το νούμερο εννέα έφτασε να σημαίνει την πληρωμή και κατ’ επέκταση την ημέρα που ο υπάλληλος είχε την τσέπη γεμάτη και μπορούσε να περάσει καλά, έστω και με τα μέτρα τής εποχής.

Για την δεύτερη εκδοχή χρησιμοποιείται η απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους που τους ζήτησαν βοήθεια… «Είναι εννέα τού μηνός και το φεγγάρι δεν είναι ακόμη γεμάτο…». Η Σπάρτη έστειλε πράγματι στρατό μετά την πανσέληνο, αλλά ήταν πλέον αργά. Από τα παιδικά μας χρόνια μαθαίνουμε ότι αυτή η απάντηση ήταν μάλλον μια υπεκφυγή, κάτι σαν το «α!, πρέπει να φύγω, ξέχασα την βρύση ανοικτή στο σπίτι…».  Οπωσδήποτε βέβαια η πρώτη εκδοχή δείχνει πιο πειστική.

Έχει ένα ενδιαφέρον ότι πολλές φορές οι παροιμιώδεις φράσεις διασώζονται και ανανεώνεται η χρήση τους μέσα από τον λαϊκό ή έντεχνο πολιτισμό και το ίδιο έγινε και μ’ αυτή την φράση. Είναι πασίγνωστο πλέον το τραγούδι «Μια ζωή την έχουμε» που την περιλαμβάνει, κάτι που διεύρυνε ακόμη περισσότερο την χρήση της από τον απλό κόσμο…

Η τρίτη εκδοχή που κυκλοφορεί για το ραμαζάνι στον ένατο μήνα τού χρόνου και την καλοπέραση των μουσουλμάνων μετά την δύση τού ήλιου, δείχνει μάλλον τραβηγμένη από τα μαλλιά…

 

«Θα μυρίσω τα νύχια μου και θα σου πω…»

 

 

Ομολογώ ότι τα τελευταία χρόνια ακούω λιγότερο αυτήν την φράση, αλά δεν παύει να χρησιμοποιείται από χιλιάδες ανθρώπους, ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας… είναι μια φράση που συνήθως την λέμε ειρωνικά, όταν κάποιος μας ρωτά κάτι για το οποίο είναι απίθανο ή αδύνατον να γνωρίζουμε την απάντηση…

Το αθλητικό στοίχημα δεν είναι καινούρια ιστορία, από την αρχαιότητα ακόμη στην διάρκεια σημαντικών αγώνων όπως οι Ολυμπιακοί αλλά και άλλοι, τα στοιχήματα έδιναν και έπαιρναν για τους νικητές. Τα μαντεία ήταν τότε πολλά και σε μεγάλη υπόληψη, οπότε πολλοί κατέφευγαν σ’ αυτά για να πάρουν το όνομα τού νικητή και να στοιχηματίσουν ανάλογα. Οι ιέρειες στα μαντεία αυτά είχαν μπροστά τους ένα υγρό (δαφνέλαιο γράφει ο Νατσούλης, αλλά μάλλον θα μπορούσε να είναι το οτιδήποτε…), βουτούσαν μέσα εκεί τα δάκτυλα, έπειτα τα έφερναν κοντά στην μύτη και έπεφταν σε ένα είδος ελαφράς ύπνωσης, καταληψίας ή μέθης (μπορείτε να φανταστείτε τώρα γιατί υποψιαζόμαστε διάφορα προϊόντα για την ζαλάδα αυτή…) και μετά από λίγο έλεγαν το όνομα τού νικητή… τώρα για το κατά πόσο οι προβλέψεις τους ήσαν έγκυρες, θα σας γελάσω ή καλύτερα θα μυρίσω τα νύχια μου…

 

«Ας πάει και το παλιάμπελο…»

 

 

Φράση που λέγεται συνήθως στο τσακίρ κέφι ή σε κατάσταση τόσου ενθουσιασμού, που τα υλικά αγαθά δεν έχουν πια καμία σημασία μπροστά στην ικανοποίηση ενός πάθους ή έστω μιας ισχυρής επιθυμίας.

Φαίνεται ότι η φράση ακούστηκε για πρώτη φορά στα 1840, όταν στο πρώτο θέατρο τής Αθήνας, στην σημερινή οδό Μενάνδρου, ανέβηκε η παράσταση «Λουκία του Λαμερμούρου» του Ντονιτσέτι…  Συνολικά δόθηκαν πάνω από εκατό παραστάσεις, αλλά οι Αθηναίοι τής εποχής φαίνεται ότι ξετρελάθηκαν – όχι τόσο με την καλλιτεχνική ποιότητα, όσο με την ομορφιά των πρωταγωνιστριών και ιδιαίτερα τής  σοπράνο Rita Borio Basso που μαζί με την μεσόφωνο Λούλη, ξετρέλαναν κυριολεκτικά τους θεατές. Σε κάθε παράσταση στα πόδια τους έφταναν πεσκέσια κάθε λογής – ανθοδέσμες από τους πιο εκλεπτυσμένους, αλλά και φρούτα και αρνιά και κοτόπουλα και ό,τι άλλο τέλος πάντων διέθεταν οι όχι και τόσο εκλεπτυσμένοι παραλήδες τής εποχής. Σε κάποιες από αυτές τις παραστάσεις λοιπόν, ένας κτηματίας θεατής δεν άντεξε και αναφώνησε «Ζήτω η Ιταλίδα… για σένα κυρά μου, ας πάει και το παλιάμπελο…«, το πιθανότερο μάλιστα είναι ότι πριν από το τελευταίο αυτό παλιάμπελο, πολλά ακόμη κτήματα είχαν φαγωθεί για τα όμορφα μάτια τής πριμαντόνας. Η τρέλα που κατέλαβε τους Αθηναίους ήταν τόση, που μαθητές πουλούσαν τα βιβλία τους για να αγοράσουν εισιτήρια, γερόντια προσέφεραν ολάκερες περιουσίες, ενώ διπλωματικό επεισόδιο ξέσπασε και ανάμεσα στον Άγγλο πρέσβη και τον δήμαρχο Καλλιφρονά. Για τα κωμικοτραγικά αυτά γεγονότα, μνεία υπάρχει ακόμη και στα απομνημονεύματα τού Μακρυγιάννη…

Και σε αυτήν την περίπτωση το τραγούδι με την Ρένα Βλαχοπούλου «Ἁς πάει και το παλιάμπελο, δεν νοιάζομαι σταλιά…«, εδραίωσε πια την χρήση της φράσης που χρησιμοποιείται χωρίς καμία παραφθορά έως και σήμερα…

 

«Το μυαλό σου και μια λίρα και τού μπογιατζή ο κόπανος…»

 

 

Από τις πιο ακατανόητες φράσεις, που όμως επιμένουμε να την χρησιμοποιούμε (κυρίως το πρώτο μέρος της), για να χαρακτηρίσουμε κάποιον ως ελαφρόμυαλο ή εντελώς ανόητο. Φυσικά η φράση δεν έχει σχέση με κάποιον μπογιατζή και η καταγωγή της φτάνει στην εποχή της Τουρκοκρατίας…

Στην Τουρκοκρατία λοιπόν, δεν υπήρχαν ακόμη διαδίκτυα, τράπεζες και taxis, αλλά υπήρχε ο κεφαλικός φόρος, το λεγόμενο χαράτσι, που το μάζευαν πόρτα-πόρτα διάφοροι καρδαμωμένοι συνεργάτες τής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ένας από αυτούς στην Αθήνα ήταν και ο Κιουλάκ Βογιατζή, ένας γιγαντόσωμος Αλβανός με ύψος κοντά στα δύο μέτρα και ένα πρόσωπο άγριο, που όπως γράφει και ο Λόρδος Βύρωνας που τον είχε δεί «έμοιαζε με δαίμονα που ξεπήδησε από την κόλαση«. Ο Βογιατζή λοιπόν γυρνούσε στα σπίτια των Χριστιανών για να μαζέψει τον φόρο και στα χέρια κρατούσε πάντα έναν κόπανο για να συμμορφώνει εκείνους που αρνούνταν να καταβάλλουν την χρυσή λίρα ή τα δύο φλουριά κάθε μισό χρόνο…

Όσο μπόι όμως είχε ο Βογιατζή τόσο μυαλό τού έλειπε και γρήγορα οι Έλληνες κατάλαβαν πως ήταν ανίκανος να ξεχωρίσει τις διαφορές ανάμεσα στα νομίσματα τής εποχής. Το ελληνικό δαιμόνιο λοιπόν βρήκε το κόλπο – οι φορολογούμενοι τής εποχής έβαφαν και γυάλιζαν τις μπρούτζινες δεκάρες που κυκλοφορούσαν τότε για να φαίνονται χρυσές, ο αφελής Βογιατζή τις έπαιρνε και έφευγε και άντε μετά να βρουν οι θησαυροφύλακες ποιοι έδωσαν αληθινές λίρες και ποιοι ψεύτικες…

Πέρασαν αιώνες από τότε, αλλά η φράση εκφέρεται και σήμερα με μια ελάχιστη παραφθορά τού ονόματος Βογιατζή σε Μπογιατζή

 

«Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε…»

 

 

Στα πολύ παλιά χρόνια, δεν υπήρχε σπίτι στα χωριά που να μην έχει τον δικό του φούρνο για να ψήνει το δικό του ψωμί – έτσι τον πληθυσμό τής κάθε περιοχής δεν τον μετρούσαν με κατοικίες, αλλά με … φούρνους, που ήταν στην ουσία το ίδιο πράγμα. Ο Νατσούλης αναφέρει ένα ιστορικό ανέκδοτο με τον Κολοκοτρώνη (στον Γέρο τού Μωριά αποδίδονται πολλές παροιμιώδεις φράσεις, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι ειπώθηκαν από αυτόν, αλλά σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα δεν έχει και πολλή σημασία...).

Κουβέντιαζε λοιπόν ο Κολοκοτρώνης με έναν Άγγλο φιλέλληνα και ο τελευταίος τον ρώτησε από που κατάγεται και αν το χωριό του ήταν μεγάλο.

«Δεν νομίζω, « απάντησε ο Κολοκοτρώνης, «δεν πρέπει να έχει πάνω από εκατό φούρνους..»

Ο Άγγλος που μιλούσε ελληνικά, αλλά δεν γνώριζε ότι φούρνος σημαίνει στην ουσία σπίτι, έμεινε έκπληκτος…

«Και δεν χαίρεσαι στρατηγέ;» τού είπε.. «εμένα το δικό μου χωριό δεν έχει παραπάνω από δύο φούρνους…»

«Α! κακόμοιρε..«, απάντησε ο Κολοκοτρώνης, «και πως ζεις μέσα σε τόση μοναξιά;..»

 

Από την στιγμή λοιπόν που πέθαινε κάποιος σε ένα χωριό, το νέο μαθαίνονταν με την φράση «Ο φούρνος τού Τάδε γκρέμισε» – κάτι σαν το σημερινό «Το σπίτι τού Τάδε έκλεισε», εννοώντας και με τις δύο φράσεις ότι με τον θάνατο ενός ανθρώπου κλείνει οριστικά και το σπίτι του, το νοικοκυριό του.

Είναι πολύ ενδιαφέρον αλλά και ένα μυστήριο το πώς η φράση «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε», έφτασε να σημαίνει το αναπάντεχο ή το σπάνιο γεγονός και ιδιαίτερα την έκπληξη όταν μας επισκέπτεται ή επικοινωνεί μαζί μας κάποιος μετά από πολύ καιρό, ή και ακόμη, όταν κάποιος κάνει κάτι εντελώς αντίθετο από εκείνο που αναμένουμε με βάση τον χαρακτήρα του ή τις συνήθειές του…

 

«Άλλος πλήρωσε την νύφη», «Εγώ θα πληρώσω τήν νύφη;..»

 

 

Τα συνοικέσια ήταν μάλλον ο κανόνας στον Αθήνα τού 1840 και ο γάμος που θα γινόταν στην Αγία Ειρήνη τής Πλάκας το 1843 δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο Γιώργης Φλαμής πάντρευε την κόρη του με τον γιό τού Σωτήρη Ταλιάνη. Σύμφωνα μάλιστα με τις συνήθειες τής εποχής υπογράφτηκε και προικοσύμφωνο που καθόριζε με λεπτομέρειες όλα τα νομικά και οικονομικά ζητήματα τού ζεύγους.

Η ώρα τού γάμου έφτασε, οι καλεσμένοι, οι οικογένειες και ο γαμπρός στήθηκαν στην εκκλησία, αλλά η νύφη πουθενά. Η κόρη τού Φλαμή ήταν προφανώς κρυφά ερωτευμένη από καιρό και ο καλός της την άρπαξε και φύγανε την τελευταία στιγμή προς άγνωστη κατεύθυνση. Η προσβολή για την εποχή ήταν μεγάλη και ξεπλένονταν μόνο με αίμα – ο γαμπρός λοιπόν βγήκε στο κατόπι με την μάχαιρα στα χέρια να βρει την νύφη και να ξεπλύνει την ντροπή, αλλά δεν μπόρεσε να την ανακαλύψει. Προσπαθώντας τουλάχιστον να περισώσει ότι απέμενε, πήγε στον πεθερό του και τού ζήτησε πίσω τα δώρα τού γάμου και να πληρώσει τα έξοδα τής τελετής, αλλά ο πονηρός πατήρ τής νύφης μάλλον είχε υποψιαστεί το τι θα συνέβαινε, αφού στο προικοσύμφωνο είχε επιμείνει να μπεί ο όρος που έλεγε πως, ό,τι και αν συνέβαινε πριν και μετά τον γάμο ανάμεσα στο ζευγάρι «δεν θα ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες κι τα τζοβαίρια όπου ανταλλάξασι οι αρρεβωνιασμένοι».

Έτσι ο έρμος ο γαμπρός έμεινε μοναχός και πλήρωσε από πάνω τα δώρα και τα έξοδα τού γάμου για κάποιον άλλον. Από τότε η έκφραση έμεινε και λέγεται συχνά, στις περιπτώσεις που κάποιος καλείται να πληρώσει άδικα για την ζημιά ή και χρέη κάποιου τρίτου, ως μη όφειλε

 

«Έφαγε χυλόπιτα…»

 

 

Φράση που χρησιμοποιείται ευρύτατα για την ερωτική απόρριψη και που βέβαια δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητή, καθώς η χυλόπιτα με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να συσχετισθεί με την ερωτική απογοήτευση.. Κι όμως…

Στην Ελλάδα τού 1800 η ιατρική ήταν βεβαίως πολύ πίσω, ο λαός αμόρφωτος και διάφοροι επιτήδειοι έκαναν χρυσές δουλειές «θεραπεύοντας» αρρώστιες κάθε λογής με διάφορα μαντζούνια, υγρά αμφίβολης προέλευσης και γιατροσόφια, που μάλιστα πολλές φορές έφερναν το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα και έστελναν τον ασθενή εις τόπον χλοερό. Πολλοί από αυτούς τους απατεωνίσκους δρούσαν στην περιοχή τής Ηπείρου, (η λέξη μάλιστα κομπογιαννίτης σύμφωνα με μία εκδοχή προέρχεται από το κομπόνω [δένω με μάγια] και γιαννίτης [αυτός που είναι από τα Γιάννενα]. Ο Μπαμπινιώτης δεν θεωρεί πιθανή αυτήν εκδοχή και προκρίνει την προέλευση από το ρήμα κομπόνω + το ρήμα γιαίνω με την προσθήκη στο τέλος τής κατάληξης -ιτης).

Όπως και νάχει, από τα Γιάννενα ήταν και ο Παρθένης Νένιμος, διαβόητος για τις συνταγές του και για την πελατεία του που ο θρύλος λέει ότι δεν μακροημέρευε στον κόσμο τούτο. Ο πονηρός Νένιμος όμως είχε βρει το φάρμακο και για τους ερωτοχτυπημένουςχυλός από σιτάρι ψημένος στον φούρνο μαζί με μπαχαρικά. Ο βαριά ερωτευμένος που δεν είχε βρει ανταπόκριση, έπρεπε να φάει αυτήν την πίτα για τρία συνεχόμενα πρωινά και αυτομάτως μετά ο καημός πήγαινε περίπατο…

Είναι κρίμα που δεν έχουμε μαρτυρίες για την …αποτελεσματικότητα τής μεθόδου…

 

«Είναι ψευτοθόδωρος», «Ψευτοθόδωρος»

 

 

Δεν ξέρω πόσα από εκείνα που θρυλούνται είναι αληθινά, αλλά η ιστορία πίσω από το όνομα Ψευτοθόδωρος  είναι πολύ πικάντικη. Εκτός από το βιβλίο τού Νατσούλη στοιχεία αντλήσαμε και από το κείμενο τού Θεόδωρου Αντωνόπουλου στο kerpini.blogspot.gr

Φέρεται λοιπόν ότι ο άνθρωπος με το παρατσούκλι «Ψευτοθόδωρος» ήταν ένας από τους χαρακτηριστικούς τύπους τής παλιάς Αθήνας, γεννήθηκε το 1822 και πέθανε το 1898. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους τύπους που δεν δουλεύουν ποτέ στην ζωή τους, αλλά το μυαλό τους έχει ένα φοβερό πηγαίο ταλέντο στην εξαπάτηση και μπορούν και ζουν ως το τέλος σε βάρος των άλλων – το πιο περίεργο μάλιστα σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πως γίνονται πολλές φορές συμπαθητικοί ακόμη και στα θύματά τους.

Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορεί ένα ανέκδοτο στο facebook για την τέχνη τής εξαπάτησης και που ο πυρήνας του βρίσκεται σε μία από τις πολυάριθμες φάρσες τού Ψευτοθόδωρου γύρω στα 1870…

Είναι πρωί λοιπόν και ο Ψευτοθόδωρος βολτάρει στο κέντρο τής Αθήνας, όταν βλέπει τον μικρό υπηρρέτη τού Καπιτσίνη (πλούσιου κτηματία τής εποχής) να βγαίνει από το σπίτι με ένα τεράστιο ταψί γιουβέτσι και να το πηγαίνει στον κοντινό φούρνο για ψήσιμο. Ο Ψευτοθόδωρος συλλαμβάνει άμεσα το απλό, αλλά  ευφυές σχέδιο – λίγο πριν από το μεσημέρι πηγαίνει και στήνεται δίπλα στην πόρτα τού φούρνου και περιμένει ώσπου ο μικρός ξεπροβάλλει και έρχεται για να παραλάβει το λαχταριστό φαγητό. Ο Ψευτοθόδωρος τον σταματά στην πόρτα και τον ρωτά…

«Πόσα σου έδωσαν για να πάρεις το γιουβέτσι;»

«Μια δεκάρα» απαντά ο μικρός, που λογικά θεωρεί ότι ο Ψευτοθόδωρος εργάζεται στον φούρνο..

«Φέρε την δεκάρα, αλλά τράβα στην κυρά σου και πες να σου δώσει  μια πεντάρα ακόμη, τα ψηστικά είναι παραπάνω…»

Μόλις φεύγει τρέχοντας ο μικρός, ο Ψευτοθόδωρος μπαίνει στον φούρνο, πετά την δεκάρα επάνω στον πάγκο και δήθεν αδιάφορα και βαριεστημένα λέει…

«Δώσε μου το γιουβέτσι τού Καπιτσίνη…»

Ο φούρναρης παρέδωσε ανυποψίαστος το ταψί, καθώς είχε δει τον Ψευτοθόδωρο να μιλά και με τον μικρό, ο Ψευτοθόδωρος το πήρε και το μετακίνησε σε …άλλη ταβέρνα, όπου τον περίμεναν οι φίλοι του για να το απολαύσουν. Το θράσος του μάλιστα ήταν τέτοιο, που όταν μετά από λίγη ώρα είδε τον ίδιο τον Καπιτσίνη να περνά από εκεί, τον φώναξε για να τον …κεράσει από το δικό του φαγητό!..

Ηλιόπουλος και Αυλωνίτης έχουν παίξει σε δύο πολύ γνωστά έργα που βασίζονται σ’ αυτόν τον γνωστό τύπο τής παλιάς Αθήνας. Μπορεί οι άνθρωποι τότε να ήσαν πολύ πιο αθώοι για πολλά πράγματα, μπορεί η αμορφωσιά να έπαιζε και τον δικό της ρόλο, αλλά δεν παύει να εκπλήσσει η ετοιμότητα και η ικανότητα κάποιων ανθρώπων να εξαπατούν με τον πιο πειστικό και εύκολο τρόπο…

 

«Κίτρινη δημοσιογραφία», «Κίτρινος τύπος»

 

 

Η φράση αυτή, που ουσιαστικά παραπέμπει σε δημοσιογραφία και έντυπα χαμηλής ποιότητας και αξιοπιστίας, προήλθε στην πραγματικότητα από τον ανταγωνισμό δύο μεγιστάνων τού Τύπου στις Ηνωμένες πολιτείες – τού Joseph Pulitzer (με την εφημερίδα New York world) και τού William Randolph Hearst (New York journal αρχικά) – ο τελευταίος μάλιστα αποτέλεσε και την έμπνευση για την ταινία τού Όρσον Ουέλς «Πολίτης Κέιν«.

Το κίτρινο παιδί από την άλλη, (yellow kid) ήταν ένα κόμικ τού Richard  Outcault, με ήρωα ένα σκανταλιάρικο παιδί ντυμένο στα κίτρινα (σήμερα τα strips τού κόμικ δείχνουν λίγο ανατριχιαστικά..). Αρχικά δημοσιευόταν στην εφημερίδα τού Πούλιτζερ, αλλά λίγα χρόνια μετά ο Χίρστ «έκλεψε» τον δημιουργό τού κόμικ και ξεκίνησε να δημοσιεύει τις ιστορίες του στις δικές του εφημερίδες. Το κίτρινο παιδί ήταν ουσιαστικά το πρώτο κόμικ σε εφημερίδες τής Αμερικής και σημείωσε εκπληκτική επιτυχία. Η αλήθεια είναι ότι η φράση κίτρινος τύπος ως υποτιμητική για ένα συγκεκριμένο είδος δημοσιογραφίας προέκυψε περισσότερο από τις μεθόδους τού Πούλιτζερ και αργότερα τού Χίρστ που δεν δίσταζε ακόμη και να κατασκευάζει ειδήσεις προκειμένου να πουλήσουν τα έντυπά του – το χρώμα όμως τού ήρωα τού κόμικ συνδέθηκε άρρηκτα με αυτό το είδος δημοσιογραφίας και έκτοτε χαρακτηρίζει όποιον το ακολουθεί.

Η μεγάλη ειρωνεία μάλιστα είναι ότι ο Πούλιτζερ που θεωρείται ο πρωτεργάτης στον κίτρινο τύπο, έδωσε το όνομά του και στην υψηλότερη δημοσιογραφική διάκριση στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα βραβεία Πούλιτζερ που δίνονται σε δημοσιογράφους και καλλιτέχνες για την εξαιρετικά…ποιοτική δουλειά τους…

 

«Αέρα (και σας φάγαμε)», «Αλαλαγμός…»

 

 

Οι γλωσσολόγοι ακόμη διαφωνούν για την ετυμολογία και την προέλευση τού ρήματος αλαλάζω, αλλά εδώ ας καταγράψουμε την επικρατέστερη εκδοχή…

Η λέξη αλαλά λοιπόν ήταν στην αρχαιότητα μία πολεμική κραυγή που φώναζαν οι πολεμιστές όταν ρίχνονταν στην μάχη. Από αυτήν την κραυγή λοιπόν φαίνεται ότι προήλθε και το ρήμα αλαλάζω που συναντάμε στον Πίνδαρο, αλλά και αργότερα στην Παλαιά διαθήκη. Σήμερα η έννοια τού αλαλάζω και του αλαλαγμού δηλώνει κραυγή συνήθως χαράς και ενθουσιασμού. Παρόλα αυτά η χρήση τού αλαλά εγκαταλείφθηκε στα νεότερα χρόνια, ενώ η λέξη Αέρα έγινε η λέξη κατατεθέν για τις νικηφόρες πολεμικές εφορμήσεις τού έπους τού 40.

Όμως η χρήση τής λέξης Αέρα ως πολεμική κραυγή, φαίνεται ότι ξεκινά στους βαλκανικούς πολέμους και συγκεκριμένα στην πολιορκία των Ιωαννίνων, το 1912-13. Οι περισσότερες οβίδες λοιπόν τού εχθρού δεν έβρισκαν τον στόχο τους που ήταν τα χαρακώματα των τσολιάδων και των υπόλοιπων φαντάρων και το μόνο αποτέλεσμα που είχαν ήταν η δημιουργία τού ωστικού κύματος, τού δυνατού δηλαδή αέρα. Κάθε φορά λοιπόν που μία αποτυχημένη βολή είχε τέτοια αποτελέσματα, οι φαντάροι φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα» για να εκδηλώσουν την χαρά τους… η λέξη έμεινε στα στενά όρια των στρατώνων, ώσπου στον πόλεμο τού 40 γνώρισε ημέρες δόξας στις επιθέσεις τού ελληνικού στρατού…

 

Αυτά για σήμερα, ανάλαφρα και καλοκαιρινά. Οι παροιμίες και οι παροιμιώδεις φράσεις δεν έχουν τέλος, γι’ αυτό και θα επανέλθουμε κάποια στιγμή. Θα διαβάσουμε με χαρά την άποψή σας στην περιοχή των σχολίων. Να περνάτε καλά και να έχετε ένα καλό και ευχάριστο καλοκαίρι!..

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

alexia

Η Αλεξία σπούδασε κοινωνιολογία στο Essex University και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Sussex University με αντικείμενο τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στήν Ελλάδα εργάστηκε για πολλά χρόνια σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Έχει γράψει και εικονογραφήσει ένα παιδικό βιβλίο, (Little Bobby Steps Into the World), που είναι διαθέσιμο στην Amazon. Σήμερα ασχολείται ατελείωτες ώρες με το posna.net και σε τακτά χρονικά διαστήματα γράφει άρθρα για ιστοσελίδες σε Αμερική και Ευρώπη.

Γράψτε το σχόλιό σας...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend